Βιβλία

Με ιδιαίτερη χαρά σας παρουσιάζουμε μερικά αποσπάσματα από το έργο:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κάποιοι θα υποστηρίξουν πως η φιλοσοφία και ο πολιτισμός των ελληνιστών απευθύνονταν σε μία πνευματική-αριστοκρατική ελίτ που δεν είχε καμία σχέση με την πλειοψηφία των φτωχών ανθρώπων και των προβλημάτων τους. Αυτός ο εντελώς  ανιστόρητος ισχυρισμός δεν γίνεται τυχαία αφού αποτελεί βασικό επιχείρημα-που μάλιστα χρησιμοποιείται όχι μόνον από  χριστιανούς αλλά και από  μαρξιστές-για να αναδείξει την έλευση του χριστιανισμού ως ιστορική αναγκαιότητα που θα έφερνε την φιλοσοφία και την γνώση στα χέρια του φτωχού-προλετάριου ή όπως χαρακτηριστικά λέγουν «ο χριστιανισμός υπήρξε ο πλατωνισμός των φτωχών».

Κάποιες Μούσες της «προοδευτικής» αριστεράς υποστηρίζουν πως ο Χριστός ως σύμβολο υπήρξε η μεγαλύτερη πνευματική κατάκτηση στην παγκόσμια Ιστορία, αφού στο προσωπό του συγκεντρώνονται όλες οι αρετές είτε κοινωνικές, είτε ηθικές, είτε πνευματικές, δίνοντας σε αυτές την οικουμενική διάσταση που θα ξεπερνούσε τις περιχαρακώσεις των παλαιών εθνικών θρησκειών κι αυτό δήθεν αποτέλεσε το άνοιγμα του δρόμου για την δημιουργία ριζοσπαστικών κοινωνικών κινημάτων. Αυτή η διαπίστωση όμως δείχνει στην πραγματικότητα  και το αληθινό πρόσωπο της κοσμοαντίληψης τους, που χωρίς να το καταλαβαίνουν πηγάζει από την Βιβλική σύλληψη του Κόσμου.

Αυτό που στην πραγματικότητα έφερε ως κάτι νέο ο χριστιανισμός δεν ήταν η οικουμενικότητα που υπερβαίνει δήθεν τις διαχωριστικές γραμμές των εθνικών λατρειών. Αντιθέτως έθεσε για πρώτη φορά διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των ανθρώπων που μέχρι τότε δεν υπήρχαν και δυστυχώς ακόμη η ανθρωπότητα τις πληρώνει πολύ ακριβά.

Ποιες ήταν αυτές οι διαχωριστικές γραμμές; μα φυσικά ο αισχρός και ρατσιστικός χωρισμός της ανθρωπότητας σε πιστούς και απίστους. Για πρώτη φορά η ανθρωπότητα χωρίζεται από την μία μεριά σε  αυτούς που εκπροσωπούν το απόλυτο Καλό, κι αυτοί είναι οι οπαδοί του Χριστού και από την άλλη σε αυτούς που εκπροσωπούν το απόλυτο Κακό και είναι όλοι όσοι δεν ασπάζονται τον χριστιανισμό.

Ας μην σπεύσουν οι υποστηρικτές αυτής της άποψης να πουν πως αυτό έγινε εξαιτίας κάποιων φανατικών γιατί ο ίδιος ο Χριστός είπε πως όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου κι όποιος είναι ενάντια στον Χριστό είναι ο αντίχριστος δηλαδή το Κακό.

Αντιθέτως οι δήθεν διαχωριστικές γραμμές των παλαιών εθνικών θρησκειών, όχι μόνον δεν χώριζαν τους ανθρώπους αλλά υπήρξαν και η γεννησιουργός αιτία ενός πραγματικά οικουμενικού πολιτισμού, θρίαμβο της πολυφυλετι-κής, πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Απόδειξη αυτού δε, ο λεγόμενος ελληνο-ρωμαϊκός κόσμος όπου συνυπήρχαν αρμονικά πλήθος διαφορετικών λαών και θρησκειών, χωρίς το παραμικρό ίχνος μισαλλοδοξίας έναντι του αλλότριου. Αντιθέτως οι «επιμειξίες» και τα «δάνεια» μεταξύ των διαφόρων εθνικών λατρειών ήταν ένα πολύ σύνηθες φαινόμενο που έδινε υπόσταση και ώθηση σε αυτό που ονομάζουμε οικουμενικότητα.

Μην αυταπατάστε, ο «κομμουνισμός» των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων αφενός αφορούσε μόνον τους πιστούς χριστιανούς κι ελέγχετο από ένα εξουσιαστικό ιερατείο, ενώ οι άπιστοι θεωρούντο μιάσματα που θα έπρεπε να εξοντωθούν. Αφετέρου δε, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο υπήρχαν πλήθος φιλοσοφικών αιρέσεων που ζούσαν σε κοινότητες με τις αρχές της ισότητας της αλληλεγκύης και της κοινοκτημοσύνης πολύ πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού και με πολύ ανώτερο πνευματικό υπόβαθρο και δίχως το παραμικρό ίχνος μισαλλοδοξίας απέναντι στους μη «πιστούς» της αιρεσής τους. Εξάλλου οι χριστιανικές κοινότητες και το όποιο πνευματικό υπόβαθρο απέκτησε ο χριστιανισμός, το αντέγραψαν και με κάκιστο τρόπο από τις ορφικοπυθαγόρειες, πλατωνικές, στωϊκές κι επικούρειες κοινότητες.

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει και ως γνωστόν ο χριστιανισμός είναι «πίστις» κι ως εκ τούτου ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την φιλοσοφία η οποία απαιτεί έρευνα. Αντιθέτως όπως θα δούμε ο χριστιανισμός υπήρξε μέγας διώκτης της φιλοσοφίας κι όχι απλώς από κάποιους φανατικούς αλλά υπήρξε  μια εν γένει πίστις που μισούσε την φιλοσοφία. Ο χριστιανισμός  αφού κατέκλεψε και κακοποίησε την ορφικοπυθαγόρεια λατρεία, τον πλατωνισμό και τον στωϊκισμό-για να μπορέσει να αποκτήσει κάποιο φιλοσοφικό και θεολογικό υπόβαθρο-μετά τους καθύβριζε ως ειδωλολάτρες και τους κυνήγησε ανηλεώς.

Όσον αφορά την ανοησία πως η φιλοσοφία ήταν για τους λίγους και πλούσιους αρκεί να τους υπενθυμίσουμε πως ο Ηράκλειτος αν και πλούσιος, ζούσε σε σπηλιά, ο Σωκράτης ήταν πάμφτωχος και ανυπόδητος. Ο Πλάτων όχι μόνον δεν έπαιρνε χρήματα από τους μαθητές του αλλά εφάρμοσε και στην πράξη την κοινοκτημοσύνη μεταξύ των μελών της κοινότητας όπου ο καθένας λάμβανε σύμφωνα με τις ανάγκες του. Ο Αισχύλος ήταν αγρότης, ο Ευριπίδης είχε μητέρα μανάβισσα, ο Πρωταγόρας ήταν αχθοφόρος. Ο Ζήνων, ιδρυτής της στωϊκής σχολής, άρχισε να φιλοσοφεί όταν πλέον έχασε όλη την περιουσία του κι έμεινε πάμφτωχος, ο Κλεάνθης ήταν εργάτης σε πηγάδια, ο Επίκτητος ήταν δούλος. Ο Πύρρων όπως αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος,  πουλούσε στην αγορά πουλερικά και καθάριζε χοίρους. Ο Διογένης ζούσε σε ένα πυθάρι, ο Δίων ο Χρυσόστομος περιφέρονταν από τόπο σε τόπο με μοναδικά υπάρχοντα δύο βιβλία- ένα του Πλάτωνα και ένα του Δημοσθένη- και γενικότερα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο υπήρχαν χιλιάδες φτωχών ανθρώπων που ακολουθούσαν την στωϊκή ή την κυνική ή την επικούρεια ή την ορφική-πυθαγόρεια διδασκαλία και δίδασκαν βίο λιτό κι ενάρετο.

Οι οπαδοί του ιστορικού υλισμού ερμηνεύουν την διάδοση του χριστιανι-σμού με μία αυστηρά οικονομίστικη οπτική και αποδίδουν στον χριστιανι-σμό χαρακτηριστικά που όπως θα δούμε καθόλου δεν του ανήκουν. Βλέπουν δηλαδή τον χριστιανισμό ως ένα ταξικό ή έστω εν δυνάμει ταξικό κίνημα αφού όπως υποστηρίζουν, οι λεγόμενες λαϊκές μάζες προσχωρούσαν στον χριστιανισμό επειδή αυτός ευαγγελίζονταν την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Όμως αυτή η εκτίμηση είναι ελλειπής αφού ως γνωστόν και ιστορικά αποδεδειγμένα η εκκλησία ουδόλως ενδιαφέρθηκε να διορθώσει τις κοινωνικές ανισότητες, αντιθέτως από τον 4ο κιόλας αιώνα μ.Χ. ήταν ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ανδραπόδων[1]

Ο χριστιανισμός ούτε σε ιδεολογικό επίπεδο εναντιώθηκε στο θεσμό της δουλείας. Η ισότητα για την οποία μιλούσε αφορούσε τις σχέσεις ανθρώπου έναντι του Θεού εμπρός στον οποίο όλοι είναι δούλοι, όμως στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων όχι μόνον δέχονταν τον θεσμό της δουλείας αλλά και παρότρυνε τους δούλους να υπακούν το κυριό τους όπως τον Θεό[2]


[1]βλ.κεφάλαιο 3

[2] βλ.κεφ. 3

Τα αίτια της επικράτησης του Χριστιανισμού

 

1.    Ένα από τα βασικά αίτια της επικράτησης του χριστιανισμού έχει να κάνει σαφώς με ψυχολογικές διαταραχές και σε αυτό συνηγορεί και η σύγχρονη ψυχολογία.

Ο Καρλ Γιούνγκ θεμελιωτής της λεγόμενης ψυχολογίας βάθους στο έργο του «ανεξερεύνητος εαυτός» λέει πως

«η διχασμένη προσωπικότητα έχει την τάση να ψάχνει τα αίτια του κακού σε εξωτερικούς παράγοντες κι όχι εντός του…οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί βλέπουν πάντα το κακό στους αντιπάλους και το άτομο έχει την τάση να ξεφορτώνεται ότι δεν γνωρίζει ή δεν καταλαβαίνει»

 

ακριβώς αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά του χριστιανισμού, διαίρεσε τον κόσμο σε Καλό και Κακό και ξεφορτώθηκε ότι δεν καταλάβαινε.

Ένας άλλος μεγάλος ψυχολόγος, ο Φρόυντ[1], συμφωνεί πως τα αίτια επικράτησης του χριστιανισμού πρέπει να αναζητηθούν σε ψυχικές ανωμαλίες του ανθρώπινου είδους

«η νίκη του χριστιανισμού πάνω στις παγανικές λατρείες ήταν αποτέλεσμα της εχθρότητας που ένιωσαν κάποιοι άνθρωποι απέναντι στον πολιτισμό, η υποτίμηση της επίγειας ζωής από την χριστιανική διδασκαλία ήταν βασικός παράγοντας…από τότε που ο Παύλος έκανε την ανθρώπινη αγάπη θεμέλιο της χριστιανικής κοινότητας η ακραία μισαλλοδοξία του χριστιανισμού απέναντι στους απ’έξω ήταν αναπόφευκτη συνέπεια»


[1] στο έργο του «πολιτισμός πηγή δυστυχίας»

Ακόμη μια απόδειξη πως ο χριστιανισμός είχε ανταπόκριση κυρίως σε ανθρώπους με έντονα ψυχολογικά προβλήματα, είναι το γεγονός πως από τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του, αναπτύχθηκε στους κόλπους του ο μοναχισμός της ερήμου. Ένα πρωτοφανές φαινόμενο όπου εκατoντάδες οπαδοί της νέας θρησκείας κατέφυγαν στα βάθη της ερήμου. Εκεί και σύμφωνα με τις βιογραφίες των Πατέρων της Ερήμου, οι μισόζωοι και συμπλεγματικοί οπαδοί της νέας θρησκείας θα «ζούνε» κάτω από συνεχείς αυτοβασανισμούς. Ζούσαν δεμένοι με αλυσίδες, άλλοι πάλι ζούσαν επί χρόνια πάνω σε κίονες-οι λεγόμενοι στηλίτες-άλλοι φυλακίζονταν σε κιβώτια και άλλα πολλά τέτοια απίθανα.

Όπως αναφέρει ο επίσκοπος Θεοδώρητος, ο όσιος Σισίννιος φώλιαζε σε έναν τάφο επί τρία χρόνια χωρίς να καθίσει, χωρίς να ξαπλώσει ή να κάνει έστω ένα βήμα. Ο όσιος Μάρων ζούσε στην κουφάλα ενός δέντρου στο εσωτερικό της οποίας είχε καρφώσει μεγάλα αγκάθια επί έντεκα χρόνια. Η οσία Μαράνα και η οσία Κύρα κρεμούσαν γύρω τους πολλές αλυσίδες ώστε να βαδίζουν μόνον σκυφτές, το ίδιο έκανε και ο άγιος Ακεψιμάς που πήγαινε πάντα μπουσουλώντας.

Ο μοναχισμός βεβαίως  υπήρξε  ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της χριστιανικής λατρείας και όχι κάποια παρεκτρέπουσα συμπεριφορά κάποιων ακραίων.  Στο κατά Ματθαίον  ΙΘ΄ 21-29 ο Ιησούς φέρεται να λέει πως όποιος εγκαταλείψει πατέρα, μητέρα, γυναίκα και παιδιά θα κληρονομήσει την αιωνιότητα εις το εκατονταπλάσιο. Έτσι λοιπόν το Βυζάντιο από τον έκτο μόλις μ.Χ. αι. καλογεροκρατείται. Η Πόλη είχε πάνω από εκατό μοναστήρια (Σύνοδος του 536).

Αυτές οι συμπεριφορές που είχαν μεγάλη απήχηση και υμνήθηκαν από τους οπαδούς του χριστιανισμού, δείχνουν και το μίσος για την ζωή και τον Κόσμο-που τα θεωρούσαν αποτέλεσμα αμαρτίας- και φανερώνουν άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

Αρκεί μια απλή ανάγνωση του περίφημου Πηδαλίου[1], εντός του οποίου καταγράφονται οι ιεροί Κανόνες που έχουν θεσπίσει οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας κι έχουν επικυρωθεί από τις Οικουμενικές Συνόδους και βρίσκονται ακόμη εν ισχύει αφού θεωρούνται θεόπνευστα εκ του Αγίου Πνεύματος. Αυτοί οι Κανόνες-περίπου 450-αποτελούν μνημείο σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας και φανερώνει για τους εμπνευστές τους, άτομα με ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα. Σε αυτούς τους Κανόνες καταδικάζεται μεταξύ άλλων το σεξ ως αμαρτία, το γέλιο, οι τέχνες, η φιλοσοφία και κάθε τι που αφορά τις χαρές της ζωής χαρακτηρίζεται ως αμαρτία και καταδικάζεται με ανάθεμα. Οι προγαμιαίες σχέσεις για παράδειγμα ή ο καλλωπισμός των γυναικών χαρακτηρίζεται με το βαρύτατο αμάρτημα της πορνείας κι επιφέρει τις ανάλογες τιμωρίες.


[1] . βλ. στο κεφ. Περί ιδεολογικού υπόβαθρου της Ορθοδοξίας

2.       Ο χριστιανισμός αναπτύχθηκε στις ασιατικές κι αφρικανικές επαρχίες και κατά κύριο λόγο στην Αλεξάνδρεια, μπορούμε να πούμε κάλλιστα πως κοιτίδα του χριστιανισμού υπήρξε η Αλεξάνδρεια κι όχι η Ιερουσαλήμ κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο.

Στις πόλεις της  Ελλάδος, της Ιωνίας, της Ιταλίας, της Γαλατίας, η οικουμενικότητα και οι «ανοιχτές» κοινωνίες του ελληνορωμαϊκού κόσμου δεν στέρησαν-παρ’όλες τις πολιτισμικές και φυλετικές επιμειξίες-την ιδιαιτερότητα της κάθε κοινότητας-Πόλης. Δηλαδή την αίσθηση του πολίτη ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση ή τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, πως ανήκει σε μία κοινότητα με κοινά ήθη κι έθιμα χωρίς αυτό να του στερεί σε τίποτα την ατομικότητά του και ταυτόχρονα την οικουμενικότητά του.

Η Αλεξάνδρεια υπήρξε κατ’αρχήν ένα πετυχημένο «πείραμα» πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής πόλης που δυστυχώς κατέληξε εξαιτίας των χριστιανών σε μία τραγωδία. Ήταν τόπος συνάντησης κι αρμονικής συνύπαρξης όλων των πολιτισμών κι εθνών της Μεσογείου. Αιγύπτιοι, Έλληνες, Εβραίοι, Λατίνοι, Σύριοι, όλοι συνυπήρχαν χωρίς να δημιουργείται το παραμικρό πρόβλημα..Όμως έλειπε από τους πολίτες η αίσθηση της ασφάλειας και της συλλογικής συνείδησης που προσέφεραν οι μέχρι τότε παραδοσιακές πόλεις γι’αυτό κι αναπτύχθηκαν κι έδρασαν πολλές μυστηριακές λατρευτικές ομάδες που κάλυπταν κατά κάποιο τρόπο αυτό το κενό. Έτσι έγινε ένα πάντρεμα ελληνικού ορθολογισμού και ανατολικής μυστηριακής λατρείας κάτι που άλλωστε ήδη είχε γίνει και στις «αμειγώς» ελληνικές πόλεις, οι οποίες ωστόσο διατηρούσαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστι-κά που χρειάζεται μία κοινότητα για να διατηρεί την συνοχή της.

Οι πολλές και διαφορετικές λατρείες ή φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής δρούσαν ανενόχλητα χωρίς να υπάρχει η παραμικρή υποψία μισαλλοδοξίας έναντι του διαφορετικού κι αλλότριου, ήταν θα λέγαμε ο θρίαμβος της οικουμενικότητας, της πολυπολιτισμικής, πολύμορφης,-κατά Φύσιν κοσμοαντίληψης. Φυσικά σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνιστικές και ρωμαϊκές αυτοκρατορίες σε σύγκριση με την «κλασσική» εποχή των Ελλήνων ήταν μερικά βήματα πίσω, τουλάχιστον όσον αφορά τους πολιτικούς θεσμούς. Όμως επειδή ακριβώς η Φυσιολατρική κοσμοαντίληψη του ελληνορωμαϊκού κόσμου ήταν εκ φύσεως μη δογματική κι επέτρεπε τις εξελικτικές διαδικασίες, αργά ή γρήγορα θα ξεκινούσε η δημιουργία ενός νέου λαμπρού πολιτισμού. Αυτό το εγχείρημα ήταν έτοιμος να πραγματοποι-ήσει ο Μέγας Ιουλιανός που είχε ως όραμα να δώσει ξανά το δικαίωμα στις ελληνικές Πόλεις στον παλαιό παραδοσιακό τρόπο αυτοδιαχείρισης αλλά και στους άλλους λαούς το δικαίωμα να επιλέγουν το πολίτευμα που τους ταιριάζει. Δυστυχώς όμως η δολοφονία του από τους χριστιανούς την ώρα που μάχονταν εναντίον των Περσών , δεν του επέτρεψε να υλοποιήσει το σχεδιό του.

Η κυρίαρχη πρώιμη ορθόδοξη Εκκλησία όπως και οι υπόλοιποι χριστιανοί ιδιοποιήθηκαν αρκετά σύμβολα, ιδέες και τελετουργίες των εθνικών με προφανή στόχο να προσελκύσουν κι εν τέλει στρατολογήσουν οπαδούς αφού ανάμεσα στις τόσες μυστηριακές λατρείες της εποχής που ήταν ειδικά στην Αλεξάνδρεια κάτι σαν τρόπος ζωής, εύκολα θα αλίευε οπαδούς που στο πρόσωπο του Χριστού θα έβλεπαν τον Διόνυσο ως πάσχων υιό του θεού που πεθαίνει κι ανασταίνεται ή τον Απόλλωνα ως τον Ήλιο της Δικαιοσύνης ή τον Ορφέα και τον Απολλώνιο Τυανέα ως μύστη και ιδρυτή λατρείας.

Ο χριστιανισμός συνειδητά ή όχι είχε προσεταιριστεί τα σύμβολα, τους μύθους και την θεολογία των παγανιστών είτε γιατί δόλια ήθελε να προσηλυτίσει «εθνικούς», χρησιμοποιώντας όλα αυτά ως δούρειο ίππο, είτε γιατί λόγω της πνευματικής του ένδειας χρειάζονταν κάποια πνευματικά δάνεια για να μπορέσει να σταθεί έστω υποτυπωδώς ως θεολογία ή όπως ονόμαζε τον χριστιανισμό ο μεγάλος πλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, «βαρβαρική θεοσοφία».

Ο χριστιανισμός δίχως αυτά τα δάνεια θα ήταν όχι βαρβαρική θεοσοφία αλλά βαρβαρική τερατολογία. Πράγματι είναι προφανείς οι επιρροές από τον πλατωνισμό και τον στωϊκισμό των ανθρώπων, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, που συνέγραψαν τα Ευαγγέλια. Το «εν αρχή ην ο Λόγος-Θεός ην ο Λόγος» είναι ένα από αυτά τα «δάνεια». Ο Ηράκλειτος είχε πει πως τα πάντα είναι Λόγος, οι στωϊκοί έλεγαν επίσης πως ο Λόγος κυβερνά τα πάντα, ο Πλούταρχος μιλά για τον θεό-Λόγο των Αιγυπτίων, τον Όσιρι, ο Ερμής ο Τρισμέγιστος περιγράφει τον Λόγο ως την Ιδέα των Ιδεών.

Ο Θεός ως το Αγαθό Ον ήταν η βάση της Πυθαγόρειας και Πλατωνικής φιλοσοφίας ενώ ο Θεός ως έκφραση αγάπης συναντάται και στον Αριστοτέλη. Επίσης τα ηθικά διδάγματα να μην βλάπτουμε ούτε τους εχθρούς μας ή να προτιμούμε τον λιτό κι ενάρετο βίο τα είχαν πει πολύ πριν οι έλληνες παγανοί φιλόσοφοι[1] . Όλα αυτά τα «δάνεια» είχαν ειπωθεί κι αναπτυχθεί από τους έλληνες «ειδωλολάτρες», αιώνες πριν την εμφάνιση του Χριστού, την εποχή που ο Πατήρ Του ως μαινόμενος εκδικητής, σφαγίαζε μέσω του εκλεκτού Του λαού, γυναίκες και παιδιά και ολόκληρους λαούς, επειδή απλώς είχαν διαφορετική λατρεία και τρόπο ζωής!

Τα δάνεια ή μάλλον καλύτερα οι κλοπές, του χριστιανισμού από τους «ειδωλολάτρες», είναι άπειρα. Ο  Χριστός για παράδειγμα, είναι θεάνθρωπος και Σωτήρ, ότι δηλαδή ήταν για τους έλληνες και ιδιαίτερα για τους στωϊκούς ο Ηρακλής. Γεννιέται με παρθενογέννηση σε σπήλαιο, το ίδιο και ο Διόνυσος, ο Μίθρας, ο Άδωνις, ο Άττις, ο Αιών.

Τα  γενέθλια του Χριστού 25 Δεκεμβρίου συμπίπτουν με αυτά του Ήλιου Ηρακλή,  του Όσιρι, του Μίθρα που γεννάται σε σπήλαιο που το φωτίζει άστρο το οποίο  οδηγεί τους Μάγους!!!

Οι Κινέζοι απεικονίζουν την Μεγάλη Θεά Σινγκ Μου να φορά στο κεφάλι μεταξωτό βέλο και να κρατά στα χέρια της ή στα γόνατά της το θείο βρέφος που φέρει φωτοστέφανο!!!

Οι Απόκριες γιορτάζονται την ίδια εποχή που γιορτάζονταν από τους έλληνες τα Ανθεστήρια (Διονυσιακή γιορτή με μάσκες, οινοποσία, χορούς σεξουαλικά πειράγματα και ιερογαμίες).

Στις 25 Μαρτίου γιορτάζουν την Παναγία, την Μητέρα του Θεού, στις 25 Μαρτίου οι «ειδωλολάτρες» γιόρταζαν την Μεγάλη Μητέρα των Θεών.

Την άνοιξη γιορτάζουν την Μεγάλη εβδομάδα και την ανάσταση του Χριστού, την ίδια εποχή οι έλληνες γιόρταζαν επί μία εβδομάδα τα πάθη και την ανάσταση του Άδωνι και οι κοπέλες στόλιζαν τον επιτάφιο με ανεμώνες.

Στις 15 Αυγούστου γιορτάζουν πάλι την Παναγία όταν την ίδια ημέρα οι έλληνες γιόρταζαν την Μεγάλη Μητέρα Εκάτη.

Στις 21 Μαϊου έχουν την μεγαλύτερη γιορτή αγίων, αυτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Όμως τι σχέση έχουν αυτοί οι άγιοι με την ημερομηνία αυτή; η απάντηση είναι καμία. Όμως αυτή την ημέρα  μπαίνουμε στο ζώδιο των Διδύμων που ήταν αφιερωμένο στους δίδυμους Διόσκουρους, Κάστωρ και Πολυδεύκη και συνεορτάζονταν με την αδελφή τους την περίφημη Ωραία Ελένη!

Ο Χριστός είναι θνήσκων και αναγεννώμενος όπως και ο Διόνυσος στους Έλληνες, ο Όσιρις στους Αιγυπτίους, ο Άττις στους Ληδούς, ο Άδωνις στους Σύριους, ο Μίθρας στους Πέρσες.

Το σύμβολο του χριστιανισμού ο σταυρωμένος Χριστός υιοθετήθηκε ως σύμβολο της θρησκείας τους από τους χριστιανούς αρκετούς αιώνες μετά Χριστόν ενώ ήδη υπήρχε πολύ πριν τον Χριστό ο εσταυρωμένος Ορφέας-Διόνυσος και ο κρεμασμένος επί ξύλου Άδωνις. Επίσης ο ισοσκελής σταυρός ήταν ιερό σύμβολο του Διός και του Πανός.

Ο  Χριστός συμβολίζεται με την άμπελο όπως και ο Διόνυσος ή με τον ήλιο της δικαιοσύνης όπως ο Απόλλων.

Ο Χριστός είχε δώδεκα μαθητές, τόσους είχε και ο Μίθρας, τόσοι ήταν και οι άθλοι του Ηρακλή, τόσοι και οι θεοί του Ολύμπου. Στον Μυστικό δείπνο οι μαθητές τρώνε άρτο και οίνο ως το σώμα και το αίμα του Χριστού, το ίδιο γίνονταν στα Βακχικά κι Ελευσίνια Μυστήρια. Ο χριστιανισμός μιλά συμβολικά για τον σπόρο του σίτου, το κεντρικό σύμβολο των Ελευσινίων Μυστηρίων.

Η θεία τριάδα είναι επίσης πανάρχαιο μοτίβο, η τρίμορφη Εκάτη, οι τρεις θεές των Ελευσινίων Δήμητρα-Κόρη-Εκάτη, ο Δίας-Ποσειδώνας-Άδης, ο ‘Αμμων-Ρα-Φθα κ.α.

Σε όλες τις αρχαίες λατρείες υπάρχει το θεϊκό τριαδικό πρότυπο που αποτελείται από τον θεό, την θεά και το θείο βρέφος. Στον χριστιανισμό η τριαδικότητα του θείου αποκλείει το θηλυκό που το υποβιβάζει σε θνητό και ο μόνος του ρόλος είναι να φέρει στη ζωή το θείο βρέφος.

Υπάρχουν βεβαίως πλήθος τέτοιων «δανείων» που για να τα καταγράψουμε θα χρειαζόμασταν έναν ολόκληρο τόμο.


[1] βλ.δεύτερο βιβλίο

3.      Ένας άλλος τρόπος για να πετύχει η Εκκλησία την επικράτησή της, ήταν να προσηλυτίζει τους φτωχούς που στις αφρικανικές κι ασιατικές επαρχίες ήταν ως επί τω πλείστον και αμόρφωτοι, με τη μέθοδο των συσσιτίων κι άλλων «φιλανθρωπικών» δραστηριοτήτων.

Η Εκκλησία είχε, από τα πρώτα κιόλας χρόνια ύπαρξής της, αποκτήσει τεράστια οικονομική δύναμη σε κινητή και ακίνητη περιουσία. Κάθε πόλη στις αφρικανικές και ασιατικές επαρχίες είχε κι επίσκοπο κάτι που αποδεικνύει την πλήρη ελευθερία δράσης των χριστιανών. Οι διωγμοί δεν ήταν παρά παροδικά φαινόμενα περιορισμένης έκτασης που άλλωστε τις περισσότερες φορές δεν αφορούσαν αποκλειστικά και μόνον τους χριστιανούς αλλά και φιλοσόφους ή πολίτες με πολυθεϊκή κοσμοαντίληψη. Όπως αναφέρει ο Παλλάδιος στο «βίος Χρυσοστόμου», οι επίσκοποι Αλεξάνδρειας Μ.Αθανάσιος, Θεόφιλος, Κύριλλος και Διόσκουρος, είχαν τόσο εξουσία ώστε ήταν οι απόλυτοι άρχοντες στην Αίγυπτο και δεν ελάμβαναν υπ’όψιν τους ούτε τα αυτοκρατορικά διατάγματα όπως επιβεβαιώνει και  ο ιστορικός Σωκράτης (7,13,9 και 7,7,4).

Στην Ρώμη η εκκλησία ήταν ικανή να συντηρεί τον επίσκοπο, 46 πρεσβυτέρους, 7 διακόνους, 7 υποδιακόνους, 42 ακολούθους, 52 εξορκιστές, αναγνώστες, θυρωρούς (Ευσέβιος s.e. 6, 43 ii). H οικονομική δύναμη της εκκλησίας φαίνεται καθαρά όταν στα μέσα του 3ου αι. ο επίσκοπος Διονύσιος της Αλεξάνδρειας γράφει στην επίσκοπο Ρώμης Στέφανο μετά την οικονομι-κή βοήθεια που έλαβε

«να γνωρίζεις αδελφέ ότι όλες οι εκκλησίες της Ανατολής ακόμη και των πιο απομακρυσμένων περιοχών οι οποίες είχαν τότε κηρύξει την ανεξαρτησία τους, επανήλθαν πάλι στην ενότητα»

 

βεβαίως υπήρχαν και πολλοί ιερωμένοι που κατείχαν σημαντικές θέσεις υπό των διαταγών «ειδωλολατρών», όπως ο Αντιοχεύς πρεσβύτερος Δωρόθεος, ο οποίος ήταν διευθυντής σε εργοστάσιο και όπως αναφέρει ο Ευσέβιος, ο τοπικός ηγεμόνας τον αντάμειψε για τις υπηρεσίες του με το αξίωμα του προκουράτορα. Με αυτό το αξίωμα υπήρχαν πολλοί επίσκοποι και όπως λέει ο ίδιος ο ιερομάρτυρας Κυπριανός, είχαν πολλά χρήματα και αποκτού-σαν χρήματα με ληστρικό τρόπο και τοκογλυφίες (Κυπριανός BKV 34)

Όπως ήδη αναφέραμε στις αφρικανικές και ασιατικές επαρχίες όπου αναπτύχθηκε ο χριστιανισμός είναι αλήθεια πως υπήρχε σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού χαμηλό βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο.Ακριβώς αυτό εκμεταλλεύτηκε η Εκκλησία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εμφανιζόμενη σε αυτούς τους δυστυχισμένους κι απογοητευμένους από τη ζωή ανθρώπους ως σανίδα σωτηρίας.

Τα έντονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που μάστιζαν αυτές τις περιοχές, η Εκκλησία τα εκμεταλλεύτηκε έξυπνα προσηλυτίζοντας αυτούς τους απόκληρους με δόλωμα την «φιλανθρωπία» και την υπόσχεση για μία καλύτερη ζωή στην ουράνια βασιλεία του Θεού.

Φυσικά η Εκκλησία όπως αποδείχθηκε καθόλου δεν ενδιαφέρονταν για κοινωνική δικαιοσύνη αλλά μόνον για την «εξαγορά» και στρατολόγηση πιστών οπαδών που θα μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει για την κατάληψη της εξουσίας. Όταν αυτό τελικά έγινε οι μόνοι που ευημερούσαν ήταν το ιερατείο, τα μοναστήρια και οι ευγενείς ενώ το σύνολο του λαού ζούσε σε άθλιες συνθήκες δουλείας, ανέχειας και αμορφωσιάς και αυτό επιβεβαιώνε-ται από τους ίδιους τους χριστιανούς [1].

Από τον Θεοδοσιανό κώδικα (16.2-42) μαθαίνουμε για την ύπαρξη των «παραβολάνων», την πρώτη παρακρατική-παραεκκλησιαστική ομάδα τραμπούκων στην ιστορία. Αυτές οι ομάδες είχαν ως αποστολή να συγκεντρώνουν άστεγους και απόκληρους με δέλεαρ στέγη και τροφή με τελικό σκοπό την στρατολόγησή τους στις ομάδες κρούσης των χριστιανών.

Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός στην εκκλησιαστική ιστορία[2] περιγράφει πως αυτές οι ομάδες ήταν οι πυρήνες που οδηγούσαν το φανατισμένο πλήθος να προβεί σε πράξεις καταστροφών ή και δολοφονιών εναντίων των «εθνικών» και των οποίων ηγέτες ήταν  οι πατριάρχες, όπως ο Θεόφιλος και ο Κύριλλος


[1] βλ.κεφ. 3

[2] . «Υπατία» της M.Dzielska εκδ. Ενάλιος

Το καινούργιο που έφερε ο χριστιανισμός δεν ήταν η μυστηριακή ένωση με το θείο ή η αγάπη για τον πλησίον και τον λιτό κι ενάρετο  βίο, αυτά υπήρχαν μέσα σε κάθε φιλοσοφική ή λατρευτική αίρεση των παγανών πολύ πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού και μάλιστα σε πολύ υψηλότερο πνευματικό επίπεδο.

Αυτό λοιπόν που έκανε τον χριστιανισμό τόσο ξεχωριστό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη λατρεία  και ήταν το σημείο υπεροχής κι αιτία επικρατησής του σε αυτή την μερίδα των δύστυχων ανθρώπων, ήταν πως  δημιούργησε μία πίστη. Δηλαδή τυφλή υπακοή και υποταγή σε ένα δόγμα και καλλιέργησε τον φανατισμό και το μίσος σε κάθε τι διαφορετικό και ακριβώς αυτό ήταν το υπερόπλο της εποχής που χρησιμοποίησε ο Κωνσταντίνος για την επικράτησή του.

Αυτή η ψυχική ασθένεια-ανωμαλία θα ντύνονταν με το ένδυμα μίας θρησκείας κι έκτοτε θα ντυθεί και με διάφορες πολιτικοκοινωνικές ιδεολογίες όπως του φασισμού, του εθνικισμού και του σταλινισμού που έμελλε να πνίξουν την ανθρωπότητα στο αίμα είτε στο όνομα της αγάπης του Θεού είτε στο όνομα του λαού ή στην υπεροχή κάποιου λαού έναντι των άλλων, δηλαδή κάποιου εκλεκτού λαού ή στο όνομα δήθεν της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας.

Αν δούμε πως η επιστήμη της κοινωνιολογίας ορίζει και περιγράφει το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού, εύκολα θα διαπιστώσουμε πως όλα αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι κυρίαρχα στις Βιβλικές θρησκείες

«εμφανιζόμενη (η ιδεολογία του ολοκληρωτισμού) με διάφορες μορφές καθεμιά από τις οποίες διατείνεται ότι είναι μοναδική-ιταλικός φασισμός, γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, ρωσικός μπολσεβικισμός…βρετανική ένωση φασιστών και ο νεοσύστατος συγγενής τους ο Μακαρθισμός…»[1]

ακριβώς όπως οι παραπάνω ιδεολογίες έτσι και ο χριστιανισμός διατείνεται πως είναι η μια και μοναδική αλήθεια και συνεχίζουμε

«…σύνισταται κατά βάση στην παραδοχή ότι η πολιτική οφείλει να ασκείται από την σκοπιά ενός συνεπούς συνολικού συστήματος πεποιθήσεων το οποίο πρέπει να υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης σκέψης…»

ακριβώς το ίδιο επιχειρεί και ο χριστιανισμός όπου επικρατεί

«…όπως και η πολιτική που στηρίζει είναι δυϊστική αντιπαραθέτοντας το καθαρό ΄΄εμείς’’ στο κακό ΄΄αυτοί’’ διακηρύσσοντας ότι όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου…»

όπως καταλαβαίνουμε ο πρώτος διδάξας του ολοκληρωτισμού υπήρξε ο χριστιανισμός διότι αυτή φράση, όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, πρώτος την είπε ο Ιησούς

«…είναι αλλοτριωτική από την άποψη ότι αμφισβητεί, επιτίθεται και απεργάζεται τους καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς…»

με τον ίδιο τρόπο ο χριστιανισμός αμφισβήτησε και επιτέθηκε στον κοινωνικό ιστό και τον πολιτισμό του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αυτό το φαινόμενο είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις και στην ψυχολογία των οπαδών αυτής της θρησκείας και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τις διαπιστώσεις του κορυφαίου ψυχολόγου C. Jung σε ένα έργο του που ακριβώς πραγματεύεται το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού

«ένας τέτοιος κίνδυνος τόσο για τον πολιτισμένο άνθρωπο όσο και για τις πρωτόγονες φυλές είναι η αποκοπή από τις ρίζες. Η διάλυση μιας παράδοσης όσο απαραίτητη κι αν είναι καμμία φορά πάντα συνοδεύεται από μιαν απώλεια και από ένα κίνδυνο. Και αποτελεί κίνδυνο της ψυχής γιατί η ενστικτώδης ζωή που είναι το πιο συντηρητικό στοιχείο στον άνθρωπο εκφράζεται ακριβώς μέσα από την παράδοση. Προφορικές παραδόσεις κι έθιμα έχουν τις ρίζες τους βαθειά μέσα στα ένστικτα. Αν χαθούν ο συνειδητός νους χάνει τις ρίζες του και το ένστικτο μη έχοντας τα μέσα να εκφραστεί ξαναγυρίζει στο ασυνείδητο με αποτέλεσμα να κατακλύσει τα συνειδητά περιεχόμενα που επικρατούν εκείνη την στιγμή. Τότε ακριβώς η ξεριζωμένη κατάσταση του ασυνείδητου νου γίνεται πραγματικός κίνδυνος. Αυτό το μυστικό vis a tergo έχει σαν αποτέλεσμα την ύβρι του συνειδητού νου που εκφράζεται ή σαν υπερβολική αυτοεκτίμηση ή σαν κατωτερότητα. Και στις δύο περιπτώσεις η ισορροπία διαταράζεται κι αυτό εκθέτει το άτομο σε ψυχικές βλάβες»[2]

πραγματικά αυτές οι ψυχικές βλάβες πρέπει να κυριάρχησαν στους πρώτους οπαδούς του χριστιανισμού οι οποίοι στην πραγματικότητα κυριεύτηκαν και από υπεροψία έναντι των «ειδωλολατρών» αλλά και από το αίσθημα της κατωτερότητας έναντι της ελληνικής παιδείας και πολιτισμού. Ας συνεχίσουμε όμως συγκρίνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ολοκληρωτικών ιδεολογιών με τον χριστιανισμό

«…είναι δογματική από την άποψη ότι διεκδικεί την απόλυτη και αποκλειστική πολιτική αλήθεια και απεχθάνεται τον συμβιβασμό…»

και ο χριστιανισμός διεκδικεί την απόλυτη και αποκλειστική θρησκευτική αλήθεια και βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί ή να αναμειχθεί με άλλες θρησκείες

«…στοχεύει στην οργάνωση ολόκληρης της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής κατ’εικόνα των ιδεωδών της…»

όπως άλλωστε σε κάθε μέρος που κυριάρχησε ο χριστιανισμός κι επιβλήθηκαν οι πλέον σκοταδιστικές θεοκρατίες όπως το Βυζάντιο

«…είναι φουτουριστική από την άποψη ότι προσανατολίζεται προς την ουτοπική κορύφωση της ιστορίας κατά την οποία θα πραγματωθεί αυτή η οργάνωση…»

το ίδιο και ο χριστιανισμός που ευαγγελίζεται την πραγμάτωση της ουτοπίας του στην ουράνια βασιλεία. Τέλος εμείς θα συμπληρώναμε, είναι και μεσσιανική από την άποψη πως πάντα ένας ηγέτης χαρισματικός θα δείξει τον δρόμο και θα οδηγήσει τους οπαδούς στην πραγμάτωση αυτής της ουτοπίας. Το ίδιο συμβαίνει και στον χριστιανισμό βεβαίως μέσω του Μεσσία Ιησού.

Όπως καταλαβαίνουμε ο πρώτος διδάξας του Ολοκληρωτισμού υπήρξε ο Χριστιανισμός και γενικότερα οι Βιβλικές θρησκείες, είναι η κοινή Μητέρα κάθε Ολοκληρωτισμού. Το πρώτο χριστιανικό κράτος-το Βυζάντιο-μαζί με την Εκκλησία στηριζόμενοι στο ιδεολογικό-θρησκευτικό υπόβαθρο του Βιβλικού φαντασιακού δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωτικό καθεστώς που ενέπνευσε όλες τις σύγχρονες ολοκληρωτικές ιδεολογίες και οδήγησε στην σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων μέχρι και σήμερα

«αυτό είναι ίσως εκείνο που κρύβεται πίσω από την πρόσφατη Ευρωπαϊκή τάση που προβάλλει την συλλογικότητα του Κράτους σαν υποκατάστατο για την συλλογικότητα της Εκκλησίας. Ακριβώς όπως η Εκκλησία ήταν κάποτε απόλυτη στις προσπαθειές της να κάνει την θεοκρατία ζωντανή πραγματικότητα, έτσι τώρα το Κράτος προβάλει μιαν απόλυτη απαίτηση για αποκλειστικό ολοκληρωτισμό»[3]

Αυτό λοιπόν, το νέο φαινόμενο της τυφλής πίστης και υποταγής και ο φανατισμός με την πολύ καλή οργάνωση ήταν ένα υπερόπλο που ο φιλόδοξος εγκληματίας «παγανιστής» Κωνσταντίνος θα χρησιμοποιήσει για να πετύχει τους σκοπούς του κι εν τέλει να επικρατήσει ως θρησκεία το πλέον κακόγουστο αστείο της Ιστορίας.

Η σημαντικότερη όμως επίπτωση της επικράτησης αυτής της κακόγουστης απάτης πάνω στην ανθρωπότητα ήταν πως σταμάτησε κάθε είδους εξέλιξη-τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο-για περίπου 1500 χρόνια δηλαδή μέχρι την Αναγέννηση και την επανανακάλυψη του ελληνικού πολιτισμού.

Μέχρι και τα τελευταία χρόνια του ελληνορωμαϊκού-πολυθεϊκού κόσμου είχε συσσωρευτεί τεράστια γνώση καταγεγραμμένη στις μεγάλες βιβλιοθήκες όπως της Αλεξάνδρειας, της Ρώμης, της Αθήνας κ.α. Σήμερα σώζονται περί τα 1500 έργα και αυτά υπήρξαν ικανά να προκαλέσουν το μεγάλο ευρωπαϊκό θαύμα που λέγεται Αναγέννηση και φανταστείτε η βιβλιοθήκη της Αλεξανρδείας και μόνον είχε στην συλλογή της περίπου 700.000 τίτλους βιβλίων. Υπήρχε τέτοια γνώση που ήταν θέμα χρόνου και συγκυριών για να εφαρμόζονταν σε πρακτικό επίπεδο και να έφερνε την τεχνολογική επανάσταση 1500 χρόνια νωρίτερα και με εντελώς διαφορετικές αξίες και προοπτικές για σωστότερη χρήση λόγω του υψηλού φιλοσοφικού επιπέδου και της Φυσιολατρικής κοσμοαντίληψης του ελληνορωμαϊκού κόσμου.

Η Φυσιολατρική Κοσμοαντίληψη-Φιλοσοφία ήταν συνώνυμες με την επιστήμη και την εξέλιξη, δεν υπήρχε διαχωρισμός αυτών ούτε δογματικοί περιορισμοί στην σκέψη και την έρευνα, όλοι οι επιστήμονες ήταν και φιλόσοφοι Φυσιολάτρες!

Δυστυχώς αυτές οι γνώσεις στο μεγαλύτερο μέρος τους θα χαθούν με την καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας   και πολλών άλλων βιβλίων από τους χριστιανούς αλλά και τις διώξεις των χριστιανών κατά των φιλοσόφων-επιστημόνων ως σατανιστών ειδωλολατρών.

Κάποιοι εξ’ αυτών θα προλάβουν να βρουν καταφύγιο στους Άραβες και τους Πέρσες όπου και θα ιδρύσουν πλατωνικές και πυθαγόρειες σχολές οι οποίες φυσικά ήταν και κέντρα επιστημών όπως τα μαθηματικά και η αστρονομία και με αυτόν τον τρόπο θα διασωθεί ένα μέρος της αρχαίας σοφίας.

Στην χριστιανική Ευρώπη σε Δύση και Ανατολή θα επικρατήσει το απόλυτο σκοτάδι ενώ η φιλοσοφία και οι επιστήμες των ελλήνων θα κυνηγηθούν και θα απαγορευθούν διά πυρός και σιδήρου. Τελικά κάποιες από αυτές τις γνώσεις που διέσωσαν οι Άραβες θα περάσουν στην Δύση όταν εκεί θα εμφανιστούν τοπικοί άρχοντες ανοιχτόμυαλοι που θα μαζέψουν στις αυλές τους κυνηγημένους ελληνιστές από το Βυζάντιο και σε συνδυασμό με τις γνώσεις των Αράβων θα προκύψει η λεγόμενη Αναγέννηση και οι υποτιθέμενες νέες ανακαλύψεις της επιστήμης.


[1] . C. Geertz «η ερμηνεία των πολιτισμών» εκδ. αλεξάνδρεια

[2] . Jung  «το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού» εκδ. σπαγειρία

[3] . Jung  «το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού» εκδ. σπαγειρία

Η επικράτηση του χριστιανισμού λοιπόν δεν ήταν αποτέλεσμα της πνευματικής υπεροχής του έναντι της υποτιθέμενης παρακμής του ελληνορωμαϊκού κόσμου, ήταν σαφώς ανάδειξη και η εκμετάλλευση των  ψυχικών διαταραχών ,ο δόλιος προσηλυτισμός της Εκκλησίας- είτε μέσω της εκμετάλλευσης της ανέχειας των ανθρώπων είτε οικειοποιούμενη σύμβολα, τύπους και θεολογία των παγανιστών-και η πολιτική επιλογή του Μ.Κωνσταντίνου  για την επικράτησή του και την δημιουργία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.

Όμως για να καταφέρει κάτι τέτοιο γνώριζε πως χρειάζονταν την υποστήριξη της πανίσχυρης οικονομικά εκκλησίας στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατο-ρίας όπου υπήρχαν και πολυάριθμοι χριστιανοί δηλαδή, στις ασιατικές και αφρικανικές επαρχίες.

Ο χριστιανισμός εκεί και μόνον εκεί βρήκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί, εκεί που υπήρχαν μεγάλες μάζες αμόρφωτων ανθρώπων και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ίδιος ο Παύλος είπε πως ο Θεός επέλεξε τους μωρούς για να ντροπιάσει τους σοφούς, γνώριζε και ο ίδιος πως η διδασκαλία του θα είχε  ανταπόκριση μόνον μεταξύ αμόρφωτων ανθρώπων.

Όμως το ότι στις ανατολικές επαρχίες η χριστιανική εκκλησία ήταν πανίσχυρη δείχνει πως οι διωγμοί τελικά δεν ήταν και τόσο εκτεταμένοι όπως παρουσιάζονται σήμερα, γιατί καλά η πίστη μπορεί να μην ξεριζώνεται, όμως οι περιουσίες ευκόλως δημεύονται.

Ο ισχυρισμός πως η πλειοψηφία του πληθυσμού του Ρωμαϊκού κράτους ασπάστηκε τον χριστιανισμό οικειοθελώς είναι εντελώς εσφαλμένη κι ανιστόρητη.

Ο χριστιανισμός μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αι. δηλαδή τέσσερις ολόκληρους αιώνες μετά την ιδρυσή του, ήταν θρησκεία που είχε πλήθος πιστών μόνον στην Αίγυπτο, την Συρία και την Καππαδοκία. Ακόμη και μετά την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του κράτους του Κωνσταντίνου, στις ελληνικές πόλεις, την Ιταλική χερσόνησο και την υπόλοιπη Ευρώπη ο χριστιανισμός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος και τα κατασταλτικά μέτρα του Κωνσταντίνου εναντίον του παγανισμού είχαν ισχύ μόνον στην ανατολή. Καθόλου όμως στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Γαλατία και την υπόλοιπη Ευρώπη γιατί απλούστατα σε αυτές τις περιοχές ο πληθυσμός ήταν στην συντριπτική του πλειοψηφία παγανοί.

Στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ. γνωρίζουμε από τον Ευσέβιο (6,43,11) πως στην Ρώμη υπήρχαν 46 ιερείς. Βεβαίως ο Ευσέβιος ως χριστιανός έχει κάθε λόγο να «φουσκώνει» τον αριθμό των χριστιανών, όμως ακόμη κι έτσι να είναι αφενός δείχνει πως ελευθέρως υπήρχαν και δρούσαν χριστιανοί ιερείς ακόμη και μέσα στην ίδια την Ρώμη, αφετέρου δε και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ιστορικού Gibbon (the decline and fall of the Roman Empire) βασιζόμενος στην πληροφορία του Ευσέβιου περί 46 ιερέων, ο πληθυσμός των πιστών χριστιανών στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν ξεπερνούσε τις 50000 σε μια πόλη-την Ρώμη- που ο πληθυσμός της ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο.

Επίσης ο χριστιανός Μαλάλας (ii, σ. 144 εκδ. Oxon,) λέει πως στην Αντιόχεια της Συρίας που την εποχή του Θεοδόσιου είχε 500.000 κατοίκους, υπήρχαν 100.οοο χριστιανοί. Δηλαδή ακόμη και στην Συρία και την Αντιόχεια που θεωρείται μαζί με την Αλεξάνδρεια το άνδρο του χριστιανισμού, οι χριστιανοί, τέσσερις αιώνες μετά Χριστόν εξακολουθού-σαν να είναι μειοψηφία. Επίσης ο Πατέρας της Εκκλησίας, επίσκοπος Πορφύριος στο τέλος του 4ου αι.μ.Χ. μετά κόπων και βασάνων και με την χρήση θαυμάτων όπως αναφέρεται στον βίο Πορφυρίου, θα καταφέρει να προσηλυτίσει στην ελληνική Γάζα της Παλαιστίνης, 400 άτομα σε μια πόλη 200.000 κατοίκων !!!

Όταν επισκέφτηκε την  Ρώμη ο χριστιανός αυτοκράτορας και διώκτης των παγανιστών Κωνσταντίνος Β΄,[1] αναγκάστηκε να συμμετάσχει στις παγανιστικές ιεροτελεστίες της συγκλήτου. Ο Σύμμαχος, έπαρχος της Ρώμης το 384 μ.Χ. υπερασπιζόμενος την παγανική παράδοση και αναδεικνύοντας την πνευματική υπεροχή, την ανεκτικότητα και οικουμενικότητα της παγανικής φιλοσοφίας θα πει:

«είμαστε όλοι ίσοι, όσοι την γη καλλιεργούν έχουν την ίδια σκέψη. Όλοι ζούμε κάτω από τα ίδια άστρα και τον ίδιο ουρανό που καλύπτει τον Κόσμο μέσα στον οποίο αποθνήσκουμε. Σε αυτόν αναζητούμε την γνώση, όμως δεν μπορούμε να την αναζητούμε μέσω μιας μόνον οδού»

έτσι απαντούσαν οι κακοί ειδωλολάτρες στην μισαλλοδοξία και την άγνοια των χριστιανών.

Σε όλη την Ελλάδα δεν υπήρχαν πάνω από τρεις επίσκοποι[2] ενώ κι αυτοί οι ελάχιστοι χριστιανοί δεν ήταν έλληνες αλλά κυρίως ιουδαϊκής καταγωγής, έτσι σύντομα τα στρατεύματα της δυτικής ρωμαϊκής επικράτειας θα χρίσουν αυτοκράτορα τον παγανιστή πλατωνικό φιλόσοφο Ιουλιανό. Όμως στην ανατολή (Αίγυπτο-Συρία) ο χριστιανισμός είχε ήδη εδραιωθεί κι έτσι ενώ ο ηρωϊκός αυτοκράτορας πολεμούσε στην Περσία δολοφονήθηκε από κάποιον χριστιανό στρατιώτη κι έτσι το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας θα πέσει στα χέρια πάλι των χριστιανών.

Το κρίσιμο σημείο τώρα για την επικράτηση του χριστιανισμού στη Ευρώπη ήταν να ηττηθούν κατ’αρχήν τα στρατεύματα των δυτικών επαρχιών που παρέμεναν παγανιστές, κάτι που κατάφερε ο Θεοδόσιος το 394 νικώντας τον αυτοκράτορα της Δύσης Φλάβιο Ευγένιο. Το αμέσως επόμενο κι εξίσου σημαντικό βήμα ήταν η εξαφάνιση από προσώπου γης της πνευματικής μητέρας του παγανισμού για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, της Ελλάδος, κάτι που πραγματοποιήθηκε με πνευματικό ηγέτη τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο κι εκτελεστικά όργανα τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, τους φανατισμένους μοναχούς εξ ανατολών και τους μισθοφόρους Γότθους.

Έτσι λοιπόν μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ. θα λάβει χώρα το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων και ο αφανισμός του πολιτισμού τους και θα ανοίξει ο δρόμος για την επικράτηση της θρησκείας της αγάπης στην Ευρώπη.

Για να δούμε όμως τι πραγματικά είναι ο χριστιανισμός θα πρέπει να δούμε και να εξετάσουμε ποιοι ήταν, τι είπαν και τι έπραξαν οι δημιουργοί αυτού του δόγματος.

Έτσι λοιπόν κυρίαρχη θέση κατέχουν τα ιερά κείμενα του χριστιανισμού, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και ακολουθούν τα κείμενα και οι πράξεις των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.

Επίσης σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και διάδοση του χριστιανισμού έπαιξαν και οι πρώτοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου οι οποίοι δεν ήταν απλώς κοσμική εξουσία αλλά ταυτόχρονα και θρησκευτικοί ηγέτες αφού ήταν αυτοκράτορες ελέω Θεού.

Μόνον μέσα από την εξέταση αυτών των τριών πυλώνων του χριστιανισμού, μπορούμε να πούμε τι είναι πραγματικά και όχι με προσωπικές ερμηνείες που εκφράζουν στην ουσία την προσωπική αντίληψη περί θείου του καθενός.

Ο χριστιανισμός δεν επιδέχεται προσωπικές ερμηνείες. Είναι δόγμα κι εξ αποκαλύψεως αλήθεια, δοσμένη από τον Θεό. Είτε την δέχεσαι κατά γράμμα ή την απορρίπτεις.


[1] .Maria Dzielska «Απολλώνιος Τυανεύς» εκδ.Ενάλιος

[2] . Α΄οικουμενική Σύνοδος Νικαίας

Για να προμηθευτείτε ολόκληρο το έργο επικοινωνήστε μαζί μας στο  cosmopolisblog@gmail.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s